Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Γεώργιος Σουρής... (1853-1919)



Ποιός είδε κράτος λιγοστό

σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγας.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα.....


(Απρίλιος 2000) 
Μπορείς να θυμάσαι μυρουδιές, ήχους, αρώματα, χρώματα; Μπορείς να «θυμάσαι» το άγγιγμα της άνοιξης στο πρόσωπο σου, τη ζέστη που έβγαινε από τους πολυελαίους, τις ψαλμωδίες στην εκκλησία της γειτονιάς; Τους κρότους από τα βαρελότα, τα τρίγωνα που έφτιαχνες στη Νάξο, τη θλίψη που ένοιωθες σαν παιδί για το δράμα του Ναζωραίου;
Παλιά Πάσχα. Εικόνες και αναμνήσεις από τη δεκαετία του 60, τότε που η Αθήνα ήταν ακόμα ένα μεγάλο χωριό και το θείο δράμα άγγιζε τις καρδιές μικρών και μεγάλων. Και δεν τις έγγιζε μόνο στην ….Αθήνα.
Θυμάμαι τη γιορτή στα νησιά, στη Ζάκυνθο και στη Κέρκυρα, στη (παλιά) Σκύρο και αλλού. Θυμάμαι τη κατάνυξη, την άνοιξη, το πέρασμα του Επιτάφιου.
Με τα θεία δεν τα πάω καλά. Πιο απλά δεν πιστεύω στην ύπαρξη θεών και δαιμόνων, αλλά θα υπερασπιστώ ακόμα και με τη ζωή μου τα δικαιώματα των πιστών της κάθε θρησκείας με εξαίρεση εκείνης (ή εκείνων) που φανατίζουν, οπλίζουν τα χέρια των πιστών και τους οδηγούν ακόμα και στο έγκλημα. Παρ’ όλα αυτά πάντα θαύμαζα το ελληνικό Πάσχα για τη «γλύκα» της γιορτής, το δράμα του Χριστού, την έννοια της ανάστασης, το θρήνο μπροστά στο σταυρό.
Η κάθοδος της φυλής των Μπούρτζων, που εισέβαλλαν στις εκκλησίες με τις μερσεντομπεμβέ και τα τουοτοντάτσουν μ’ έκανε ν’ αλλάξω γνώμη. Τουλάχιστον στην Αθήνα το Πάσχα είναι πρόφαση για να σφάξουμε και να σουβλίσουμε αρνιά, να «φάμε» μαγειρίτσα, να μεθύσουμε, να περιδρομιάσουμε, να τρακάρουμε, να ξεκληρίσουμε και να ξεκληριστούμε.
Σπεύδω στο καταφύγιο της απομόνωσης το Πάσχα. Κανείς δεν δίνει μία για τους ύμνους, το δράμα του θεανθρώπου. Κανείς (ή σχεδόν) δεν πονάει, δεν συμμετέχει, δεν δακρύζει. Μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι, που έχουν ζήσει εκείνη τη γλυκιά εποχή σκύβουν με σεβασμό το κεφάλι. Κι’ αυτό γιατί θυμούνται το εκκλησάκι στην εξοχή, τον ήχο της καμπάνας, τις μυρουδιές της άνοιξης, τον μεταφορικό σταυρό.
Οι νέοι δεν έχουν την ικανότητα να ξέρουν. Την έχασαν στα σπίτια με τα σύνθετα, τα σαλόνια και τις πιλοτές. Άντε να πεις σ’ ένα 16άρη τι σημαίνει να σε σταυρώνουν γι’ αυτό που πιστεύεις. Πως να περιγράψεις τον Χριστό, τον Μπολιβάρ και τον Τσε Γκεβάρα. (...) Θα ήθελες να γράψεις όχι μία αλλά 1000 σελίδες για μια γιορτή που δεν συμβαίνει σε κανένα μέρος του κόσμου (με εξαίρεση τη νότια Ιταλία). Που ο καιρός όμως; Για να γράψεις πρέπει να απομονωθείς, να κοιτάξεις μέσα σου, να πονέσεις, ακόμα και να δακρύσεις με τις αναμνήσεις. 
Για να «ξαναζήσεις» το Πάσχα στη Ζάκυνθο πρέπει να ξαναγεννηθείς, να νοιώσεις νέος, να ερωτευτείς την άνοιξη, να αισθανθείς το πόνο απ’ τα καρφιά, να φορέσεις το ακάνθινο στεφάνι της μοναξιάς σου...

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Αντίο Νικόλα (του Οδυσσέα Ιωάννου)

  Αντιγράφω ένα κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου από το protagon.gr, που με άγγιξε πολύ.






Από το Σάββατο είχαν αρχίσει οι φήμες πως ο Παπάζογλου είναι στις τελευταίες του ώρες. Την Κυριακή το μεσημέρι έφυγε. Μου έστειλαν ένα mail από την Σύνταξη του protagon ρωτώντας με  αν είναι αλήθεια. Ξεκίνησα να απαντάω στο mail, εξηγώντας τους λόγους που δεν θα ήθελα να γράψω κάποιο κείμενο άμεσα για τον Νίκο και σιγά σιγά άρχισε να γίνεται κείμενο…
“Ναι παιδιά, αλήθεια είναι. Δεν θα ήθελα όμως να γράψω κάποιο κείμενο άμεσα, εκτός αν θεωρήσετε πως θα υπάρξει κενό στην ύλη του site. Kάποιες φορές με ενοχλεί πολύ αυτό το αυτιστικό αντανακλαστικό των γραφιάδων, που μόλις μαθαίνουμε το κακό μαντάτο τρέχουμε αμέσως στον υπολογιστή και τον γεμίζουμε λέξεις. Και παραδόξως, όση κι αν είναι η στενοχώρια μας, πάντα βρίσκουμε. Ωραίες λέξεις, γενναιόδωρες, γλυκάδια αισθημάτων, στέρεες κατασκευές που μάλλον ψυχρό αίμα προδίδουν παρά αυτό το ακαριαίο μούδιασμα της ξαφνικής λύπης. Όμως, τι να κάνεις; Να σωπάσεις και να γράψεις κάτι σε έναν μήνα, όταν θα έχεις χωνεμένη την είδηση και αφομοιωμένη για άκομη μία φορά την αποδοχή του θανάτου; Γιατί; Για να είσαι πιο αντικειμενικός; Αντικειμενικός σε τί; Στην αποτίμηση του έργου του, στην αξιολόγηση της προσφοράς του; Αυτό θα γίνει έτσι κι αλλιώς με τα χρόνια, αν και για πολλούς έχει πια τελεσιδικήσει η Ιστορία. Και για τον Παπάζογλου, η αγάπη είναι οριστικά αμετάκλητη. Οπότε τι μένει να γράψεις; Καμμιά προσωπική μαρτυρία από τις επαφές σου μαζί του, κάποια ωραία ιστορία που να σου ζωγραφίζει στο τέλος ένα χαμόγελο, ένα τρυφερό αντίο. Όμως ούτε αυτό θέλω να κάνω. Είμαι σίγουρος πως οι πολύ πιο κοντινοί του φίλοι θα έχουν να αφηγηθούν πιο ενδιαφέροντα πράγματα από εμένα.
Άρα, το μόνο που μου μένει να σου πω Νικόλα (- Γιατί με λες Νικόλα ρε μπαγάσα, Νίκο με λένε, μου έλεγε -Το Νικόλας σου ταιριάζει καλύτερα, δεν το βλέπεις;!) είναι πως άκουσα την είδηση στο ραδιόφωνο οδηγώντας. Στο πίσω κάθισμα η Σοφούλα μου, δέκα μηνών, η οποία δεν θα θυμηθεί ποτέ τη στιγμή αυτής της αναγγελίας, αλλά σου υπόσχομαι πως θα αγαπήσει τα τραγούδια σου μεγαλώνοντας. Θα σε ακούει και θα “διαδίδει” καλύτερα από εμένα όλα εκείνα που ένοιωσα με την μουσική και την φωνή σου. Πιο άδολα, πιο ειλικρινά και κυρίως αφτιασίδωτα.  Τα παιδιά δεν έχουν καταστραφεί ακόμα από τις ωραίες λέξεις.  Δεν έχουν διαβρωθεί από την έπαρση πως είναι ποτέ δυνατόν ένα αποχαιρετιστήριο κείμενο να διεκδικεί να είναι πιο “ωραίο” από τα μεγάλα τραγούδια και ο γράφων πιο “σημαντικός” από τον θανόντα. Ό,τι λέω, ό,τι γράφω, είναι το λίγο μου μπροστά στο πολύ που χάρισες σε τόσο κόσμο. Και φυσικά, μπροστά στον θάνατο ενός ανθρώπου.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Τριήμερο Φεστιβάλ στο μπλόκο της Κερατέας


     ΄"Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΛΥΝΣΗΣ ΔΕΝ ΚΑΘΑΡΙΖΕΤΑΙ. ΑΝΑΤΡΕΠΕΤΑΙ."

Είναι πιστεύω το ισχυρότερο μήνυμα που δίνει στους κατοίκους της Κερατέας την ηθική, κοινωνική και πολιτική βάση γιά να βρίσκουν δύναμη και να συνεχίζουν τον αγώνα τους ενάντια στην άνευ όρων κατασκευή χωματερής στην περιοχή τους.
Το τριήμερο φεστιβάλ τέχνης, ξεκίνησε την Παρασκευή και θα διαρκέσει μέχρι σήμερα το βράδυ της Κυριακής. 10/4/2011.
Η αυτο-οργάνωση των κατοίκων-διοργανωτών και η φιλοξενία τους, κάνουν τα πάντα να λειτουργούν άψογα. 











    Γιάννης Αγγελάκας